1

   ΆΚΟΒΑ  ή και ΑΚΩΒΑ                               Μερεντίτης Ανδρέας

Θρυλική τοποθεσία παρά την ιστορική κόμη Βυζίκι. Διατηρούνται ερείπια μεσαιωνικού φρουρίου.

Για πρώτη φορά στη μεσαιωνική ιστορία εμφανίζεται η Άκοβα  επί  Φραγκοκρατίας. Προϋπήρχε όμως αυτής πιθανότατα, την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας. Από πρόσφατα  ευρήματα  εκτιμάται ότι ήταν το κέντρο ακμάζουσας πόλεως κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. Ευρήματα των Ελληνιστικών χρόνων εκτίθενται σε ειδική προθήκη στο Μουσείο της Τριπόλεως.

Το όνομα της προερχόμενον από το λατινικό Άκβα ( Acqua ) λόγω των πολλών υδάτων εκ των πηγών που την περιβάλλουν.  Άλλη εκδοχή είναι ότι η ονομασία είναι σλαβικής καταγωγής. Όμως μετά την Φραγκική κατάκτηση του Μορέως, κατά το 1205, οπότε και έγινε διανομή σε δώδεκα βαρωνίες, η Άκοβα ανεκηρύχθη υψηλή βαρωνία, με δικαίωμα απονομής της δικαιοσύνης ανεκκλήτως,  να κηρύσσει πόλεμο, να διαθέτει φρουριακή άμυνα και έδρα δικής της επισκοπής. Παρεχωρήθη με είκοσι τέσσερα ιππικά φέουδα εις τον Gaultier de Roncheres   ή όπως απεκλήθη  de Roziere, στο ελληνικό χρονικό του Μορέως ονομάζεται  Γιλτιάρης δε  Ροζηέρης  και Ροζιέρε, αυτός και ο  Βαλθέρος Ροζιέρης  ο ονομαζόμενος βαρόνος της Άκοβας,

      << Κάστρον εποίησε φοβερόν εκεί στην Μεσαρέαν

          Και Άκωβαν τ’ ωνόμασεν κ’ εκείνος ήτον αυθέντης >>

Το φρούριον αυτό ονομάζετο Ματάγριφον  ( Mata-Grifon ) που σημαίνει Ελληνοφόνιον. Επειδή από αυτό ως τρομερό ορμητήριο ο Φράγκος τοπάρχης επέβαλε την θελησή του εις τους Έλληνες, ή διότι  όσοι κατά καιρούς αντιστέκονταν φονεύονταν.

Εκτίσθει δε πλησίον της παλαιάς κόμης Βυζικίου σε απότομο και βραχώδες βουνό, μαστοειδούς όψεως , και από αυτό σε συνδυασμό με τις περί του Κάστρου παραδόσεις καθαρά γυναικοκρατικές η Άκοβα διεσώθη στη λαϊκή μνήμη ως Κάστρο της Μονοβύζας, δηλαδή της  Αμαζόνας.

Παρά το κάστρο ευρίσκεται περικαλλής ναός μέχρι πρόσφατα ιερά μονή επί των ερειπίων βυζαντινής εκκλησίας τιμωμένης επ’ ονόματι της Ευαγγελιστρίας.

Κατά τους γέροντας του Βυζικίου το κάστρο φυλασσόταν  από μυθική Αμαζόνα η οποία εξέρχετο από μυστική καταπακτή φραγμένη από μεγάλη πλάκα  η οποία σώζεται μέχρι σήμερον, φαίνονται δε αποτυπωμένα δήθεν το πέλμα του αλόγου της, το δικό της πέλμα  και ο μόνος και μακρός μαστό της, τον οποίο έριχνε υπεράνω του ώμου.  Η Αμαζών αυτή αναφέρεται από την λαϊκή παράδοση ως μόνη προμαχούσα επί του φρουρίου, ως άριστη ιππεύτρια οδηγούσε τους πολεμιστές της εναντίον του εχθρού.

Όπως διηγείτο ο Νικόλαος Ι.  Καρακούρτης εκ των τελευταίων κατοίκων της Άκοβας, τις νύχτες ακούετο ο θόρυβος από τον ολόχρυσο αργαλειό της Μαργαρίτας που ύφαινε.

Η παράδοσης αυτή ομοιάζει  με βορειογερμανικές παραδόσεις , αλλά και με παραδόσεις σε άλλα μέρη της Ελλάδος, έχοντας ως πηγή την προκαλούμενη στα φαράγγια από τις θύελλες φρίκη.

Όμως στην Άκοβα δικαιολογείται περισσότερο, διότι η ιστορία της βαρωνίας και κατά συνέπεια του Κάστρου που αποτελεί το κέντρο, της συνδέεται με την συγκλονιστική ιστορία διαφόρων Κυράδων,

των οποίων οι περιπέτειες δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο το λαό δεδομένου ότι και πάταγο πολύ προκάλεσαν και πάμπολλες από αυτές διεξήχθησαν και το λυρισμό των ποιητών προκάλεσαν.

Πράγματι, μετά τον θάνατο του βαρώνου Βαλθέρου, το έτος 1263, την βαρωνία της Άκοβας επρόκειτο να αναλάβει η ανιψιά του Μαργαρίτα , κόρη του άρχοντα του Πασσαβά  ( Μάνη ), χήρα δε του ιππότη Γιλβέρτου δε Κόρ, του πεσόντος στη μάχη του Καρυδίου και του στη Δημητριάδα πεσόντα  Γουλιέλμου Δα Βερώνα, αλλά κρατείτο όμηρος στην Κωνσταντινούπολη αντί του απελευθερωθέντος  Πρίγκηπος της Αχαΐας Γουλιέλμου του Βιλαρδουίνου, και δεν προσήλθε κατά τα λεγόμενα << Συνήθεια >>, εντός σαράντα ημερών να δηλώσει την απαιτούμενη αποδοχή κληρονομιάς. Όταν λοιπόν επέστρεψε στην Ανδραβίδα, την πρωτεύουσα του πριγκιπάτου, έμαθε κατάπληκτος από τον Βιλλαρδουίνο ότι:

<< Αν είχε τίποτε, εχασέ το. Τίποτα δεν της δίνει…..>>

Μάταια του θύμισε την βία, μάλιστα που προκλήθηκε χάριν αυτού. Ματαίως τον ικέτευσεν . Εκείνος, επέμενε στο νεκρό γράμμα των Συνηθείων , φρόντιζε για τους απευθείας δικούς του κληρονόμους:   << Ωσάν την πρωτην την φοράν , εκράτει ένα στίχον….>>

Τότε η αδικηθείσα συνεκάλεσε συμβούλιον γερόντων και φίλων   πατρικών , σε αυτό  :

<< όλοι την συνεβούλευσαν  του να επάρη άνδραν

Ανθρωπον μέγαν, φρόνιμον, και από υψηλήν γενέαν….>>

Μετά το οικογενειακό συμβούλιο η Κυρά της Άκοβας πήγε στη Θήβα πρωτεύουσα του Μεγαλοκυράτου των Αθηνών, και παντρεύτηκε τον νεότερο αδελφό του δυνάστου της πόλεως, τον Ιωάννην του Σαιντομέρ, τον και Σανταμούρη ονομαζόμενον.

Μαζί λοιπόν με τον συζυγόν της και τα αδέλφια του ξεκίνησε ενώπιον της Κούρτης  ( ειδικό δικαστήριο )  δίκη εναντίον του  Πρίγκηπος  Γουλιέλμου.  Η δίκη διεξήχθη στο ναό της Αγίας  Σοφίας στην Ανδραβίδα. Αλλά εκεί  η υπεροψία των Φράγκων εξεδηλώθη  χωρίς φραγμούς.

Ο Γουλιέλμος όπως φάνηκε  εκ των υστέρων, ήθελε να επιστρέψει  στην Μαργαρίτα  την αφαιρεθείσα κληρονομιάν  αλλά υπό τύπον δωρεάς. Ρώτησε λοιπόν τον εκπροσωπόν της δυνάστη των Θηβών , αν ζητεί για την νύφη του την  βαρωνία της Άκοβας ως χάρη ή ως αξίωση. Επειδή εκείνος για κανένα λόγο δεν εδέχετο την ταπείνωση , προτίμησε να ριψοκινδυνεύσει τα πάντα και δήλωσε ότι δεν ζητάει χάριν για όσα ανήκουν στη νύφη του αλλά ως δικαίωμα για το οποίο βοά ο κόσμος.  Η Κούρτη διελύθη, ο πρίγκιπας κηρύχτηκε αναρμόδιος.

Αργότερα, με κάθε μεγαλοπρέπεια επανελήφθη η δίκη στη Γλαρέντζα στο μοναστήρι των Φρεμενούρων  ( Φραγκισκανών Μινοριτών ), την προεδρία ανέλαβε ο συνετός πρεσβύτης Λεονάρδος Δα Βερούλης, επειδή ο πρίγκιπας, αποποιήθηκε τα κυριαρχικά του δικαιώματα, κατήλθε σε δικαστικό αγώνα για να διεκδικήσει τα δικαιώματα του.

Η Μεγάλη Κούρτη , έχοντας συγκινηθεί κατ΄αρχήν  από τις περιπέτειες της Μαργαρίτας, φαίνεται ότι ήταν έτοιμη να την ικανοποιήσει. Φοβούμενη όμως τον Βιλλαρδουίνον έκλινε υπέρ αυτού. Τότε και εκείνος πραγματοποίησε την προηγούμενη απόφαση.  Κάλεσε τους γέροντας της Άκοβας, προεστούς και δημογέροντες, οι οποίοι τηρούσαν και πρακτικά και τους διέταξε να προβούν σε διανομή της  Βαρωνίας, διότι στη Μαργαρίτα αναγνώρισε το ένα τρίτο αυτής.

Τα άλλα δύο τρίτα και το Κάστρο, ο Βιλλαρδουίνος τα έδωσε  στην δευτερότοκο του  θυγατέρα ονομαζομένη και αυτή Μαργαρίτα, όταν απεβίωσε χωρίς κληρονόμους το 1277.

Κατά τον Buchon η Μαργαρίτα Βιλλαρδουίνου, η νέα Κυρά της Άκοβας, είχε παντρευτεί τον κόμητα Κεφαλληνίας Ριχάρδον, ο οποίος το 1298 έγινε τοποτηρητής του Μορέως, και εφονεύθει στη Γλαρέντζα από κάποιον κακούργο ονόματι Λυών. Αλλά μάλλον προ αυτού παρά μετά αυτόν παντρευτεί  τον Ινάρδον δε Σαβράν,  από την Απουλία της οικογένειας  των Αρειανών.

Από αυτό το γάμο απέκτησε θυγατέρα ονομαζομένη Ισαβέλλαν, κατά τον Μουντάνερ, την περικαλλεστάτην των γυναικών.  Ο Ραμών Μουντάνερ περιγράφει με μεγάλο θαυμασμό την χάριν  και την αμύθητον  προίκα της νεαράς κόρης  της οποίας δεν υπήρχε ωραιοτέρα σε όλη την Ευρώπη.

Αυτήν την έδωσε εις τον Φερδινάνδον της Μαγιόρκας τον αρχιστράτηγο των Καταλανών της Σικελίας. Οι γάμοι έγιναν στη Σικελία το 1314.

Ως προίκα, με πολλά άλλα , εδόθη στον Φερδινάνδον  και η Άκοβα. Δεν έστεψεν  όμως η ευτυχία την ένωσιν.  Διότι  απεκτήθη μεν υιός, ονομασθείς Ιάκωβος, αλλά μετά ολίγο καιρό απέθαναν, το επόμενον έτος  η μεν Δευτέρα Κυρά της Άκοβας Μαργαρίτα  εξ επιλόχειου πυρετού  παραγκωνισμένη και εγκαταλελειμμένη στην Πελοπόννησο όπου δεν της  συχώρεσαν την αγχιστεία με τον Καταλανό,  συγχρόνως δε  απεβίωσε και η μήτηρ η τρίτη Κυρά Ζαμπέα, όπως ελέγετο η Ισαβέλλα στη Σικελία, όπου και ετάφη, στο ναό της άγιας Αγάθης , μάλιστα παρά το λειψανόν της.

Έκτοτε επί αιώνες , μετά την οριστικήν κατάλυσιν αυτής έμεινε ο θρύλος περί της Μαργαρίτας η λαϊκή φαντασία μεταμόρφωσε σε αμαζόνα   << μονοβύζα >>  , ανδρειοτάτην ιδιοκτήτρια του κάστρου, το οποίο υπερασπιζόταν μαχόμενη και εκστρατεύουσα επί κεφαλής των ιπποτών της.

Έκτοτε η Άκοβα εισέρχεται στον κύκλο των θρύλων.  Διότι κατά τις επανειλημμένες επιδρομές, το  κάστρο κατ’ επανάληψιν κατεστράφη και κάηκε και κατεδαφίσθηκε, και πολλάκις ανεγέρθη, αφού πάντοτε αναφέρεται ως ευρισκόμενο σε επίκαιρον θέσιν, σε αυτήν την κοιλάδα και εχρησιμοποιείτο ως χρησιμότατον.

Ο δε τελευταίος επί Φραγκοκρατίας βαρόνος της Άκοβας ο από μητέρα Γορτύνιος, Ιάκωβος γενόμενος Βασιλεύς της Μαγιόρκας ουδέποτε διεκδίκησε την κτήση του  στο πριγκιπάτο  στην Πελοπόννησο,  ούτε και επί της βαρωνίας και διότι άλλωστε η Φραγκοκρατία έφθινε.

Το 1391 κατά την κάθοδο του Εβρενόζ-Μπέη στην Πελοπόννησο, η Άκοβα κυριεύθηκε  από τους Τούρκους. Άλλοι ισχυρίζονται ότι κατά την επιδρομή αυτή  σημειώθηκε  το γεγονός της κατάληψης από τους Τούρκους με δόλο του κάστρου της Μονοβύζας ή της Κυράς  όπως το αποθανάτισε η λαϊκή μούσα.

Το πιθανότερο όμως είναι ότι η αληθής εκδοχή είναι η ανάμνηση της από τον Βιλαρδουίνο απάτης της πρώτης Κυράς της. Το ότι δε διατηρήθηκε ζωηρή η  ανάμνηση των τριών γυναικών οι οποίες διαδέχθηκαν αλλήλας στη βαρωνία , είναι τα διάφορα έργα τα οποία μέχρι και σήμερα κρατούν την επωνυμία, όπως η γέφυρα της Κυράς και άλλα μνημεία.

Προφανές είναι ότι η Άκοβα, μεταξύ της πρώτης τουρκικής επιδρομής του Εβρενόζ – Μπέη και της οριστικής τουρκοποιήσεως του Μορέως με την κάθοδο του Μωάμεθ του Πορθητού, επισκευαζόμενου κάθε φορά του φρουρίου της, εχρησιμοποιήθη επανειλημμένως  ως βάση αντίστασης και μάλιστα ως φράγμα στις χειμαρρώδεις πορείες των Οθωμανών.

Πάντοτε όπως αναφέρεται κατεστρέφετο , μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή.

Η Άκοβα ως ανεξάρτητος περιοχή παρέμεινε και επί Τουρκοκρατίας, ένας δε από τους προεστώτες της , Παλαιολόγος λεγόμενος  γιός μεγαλέμπορου από την Κωνσταντινούπολη, κατέφυγε στη Γορτυνία, υπεδέχθη τον Μοροζίνη το 1687, συμπράξας μετά του Χρονά και Κουλά προς κατάλυση της Τουρκοκρατίας στη Γορτυνία με την εκπόρθηση του κάστρου της Καρύταινας.

Στον προεστό της Άκοβας ο Μοροζίνης απένειμε το αξίωμα του συνδίκου, ανωτάτου δηλαδή υπαλλήλου της Πελοποννήσου. Ο λαός έφθειρε την λέξι αποκαλώντας τον Παλαιολόγον  Σύντυχον.

Του Συντύχου αυτού εγγονός ήτο ο επί της επαναστάσεως  του Ορλώφ μαρτυρήσας Ανανανίας  ο Λακεδαιμονίας. Επί  της  Επαναστάσεως η Άκοβα απετέλεσεν ιδιαιτέρα στρατιωτική περιφέρεια μετά της εκείθεν του Λάδωνος  <<Πέρα Μεριάς>> , στρατολογούσαν δε σε αυτήν την περιφέρεια μέχρι τέλους του αγώνα οι αδελφοί Δεληγιανναίοι άνδρας εκλεκτούς και ανδρείους, ουδέποτε μισθοφορήσαντας, αλλά πάντοτε συνεισφέροντας εξ ιδίων σφάγια και τρόφιμα για την επιτυχία του αγώνα  ( Τ.Χ.Κ.).

 Έτσι προκύπτει το συμπέρασμα ότι περί την Άκοβα συνετελείτο αμυντική προσπάθεια, που προκαλούσε μέγιστη την Τουρκική ορμή, και μετά την νίκη την αγανάκτηση και την από αυτό  προκληθείσες τρομερές συνέπειες.

Το 1423, ο Τουραχάν –Μπέης  πέρασε δια αυτής νικητής, εκδικούμενος για την Αλβανική αποστασία στο Μορέα, παρέδωσε τα πάντα στη φωτιά, σε πυραμίδες ύψωσε και έκτισε κατά το ταταρομογγολικόν έθιμο , τα κρανία των σφαγέντων, και πλήθος μεγάλο ανδραπόδων αποκόμησε.

Το 1452 ,και νέα καταστροφή της Άκοβας σημειώθηκε από τους υιούς του Τουραχάν, των βέηδων Αχμέτ και Ομάρ οι οποίοι έδωσαν πολλές μάχες μέχρι την Λακωνία και την Μεσσηνία, επιφέροντες την καταστροφή και την ερήμωση.

 Τέλος το 1458 ο Πορθητής Μωάμεθ εισβάλει στην Πελοπόννησο , και περνάει τα πάντα δια πυρός και σιδήρου, κατά τον χρονογράφο Φραντζήν  αιχμαλώτισε, αφάνισε και κατάπαυσε την Άκοβα. Η Άκοβα ωστόσο διατήρησε την αυτονομία της.  Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας η Άκοβα αποτελούσε το τέταρτο τμήμα του βιλαετιού της Καρύταινας με την ονομασία Άκοβα και Πέρα Μεριά. Το 1611 ιδρύθηκε Πατριαρχική Εξαρχία στην Άκοβα με την παρετυμολογία Ιάκωβα.  Η Άκοβα προσαρτήθηκε  εκκλησιαστικά στη μητρόπολη  Λακεδαίμονος το 1720 και το 1754 ενώθηκε με την πατριαρχική εξαρχία Ζαρνάτας και ανακηρύχθηκε σε Αρχιεπισκοπή σύμφωνα με απόφαση της Πατριαρχικής  συνόδου επί πατριαρχίας  του Κυρίλλου του Ε ΄

Τελευταία αναλαμπή η Άκοβα παρουσιάζει στις τελευταίες διενέξεις μεταξύ των αδελφών του τελευταίου αυτοκράτορος  των δεσποτών Θωμά και Δημητρίου. Αλλά μόνον οι καταστροφές που υφίσταται από τους αντιπάλους αναφέρονται που επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι διαρκώς καταστρεφόμενη η οχυρά αυτή θέσης πάντοτε ανεγείρετο εκ των ερειπίων της, για να ξαναδοθεί στην καταστροφή.

Μετά την αποκατάσταση όμως του Ελληνικού η ονομασία Άκοβα εξηφανίσθη εκ της επισήμου κρατικής γλώσσας , παραμένει δε ακόμη ως ζωηρότατος θρύλος για την επί Φραγκοκρατίας υπέροχη θέση της  μεταξύ των βαρονιών της Πελοποννήσου.

-  Ακόμη πρέπει να αναφέρουμε τον ισχυρισμό  - από την εγκυκλοπαίδεια  ΠΥΡΣΟΣ-   του  Καψάλη Γεράσιμου τέως  Προέδρου του εκπαιδευτικού Συμβουλίου Μέσης  Εκπαιδεύσεως, << Ερείπια της πόλης Τεύθις ή Τευθίς διακρίνονται βορειότερα των ερειπίων του Φράγκικου κάστρου της Άκοβας, αρχαιότατης πόλεως  κατά τον Αρκαδικό Ορχομενό, με πανάρχαια ιερά της Αφροδίτης, της Άρτεμης και κυρίως της Αθηνάς. Η Τευθίδα είχε δικά της χάλκινα νομίσματα που έχουν την επιγραφή ΑΧΑΙΩΝ ΤΕΥΘΙΔΑΝ. Την ονομασία ΔΗΜΟΣ ΤΕΥΘΙΔΟΣ  έφερε ο δήμος με έδρα το ΒΥΖΙΚΙ.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει μεταξύ των Γερμανών και ιδιαίτερα Γάλλων αρχαιολόγων και απλών επισκεπτών  που επισκέπτονται συχνά την Άκοβα μέσα στο θαυμάσιο τοπίο που την περιβάλει στις  πηγές της Μολόσαινας και στις Μηλές , το σχίσμα και τις μυστικές σπηλιές και τα περάσματα του κάστρου προς αυτές.

Αφουγκράζονται τον ολόχρυσο αργαλειό της Κυράς της Άκοβας που τις νύχτες υφαίνει, και τους ιππότες, να σιγοψιθυρίζουν σκοπούς νοσταλγικούς της μακρινής τους πατρίδας, και εκεί γύρω στα μεσάνυχτα τον πάνοπλο φρουρό ιππότη με το φτερωτό του άλογο να σκαρφαλώνει στα απάτητα βράχια του Κάστρου.

Και ο ντόπιος επισκέπτης που ξέρει όλη την ιστορία του τόπου του αναπολεί και αφήνει τη μνήμη του να ανατρέξει στα πολύ παλιά χρόνια τότε που η Άκοβα ήταν το ιερό της Αρτέμιδος  τόπος λατρείας και περισυλλογής.

Ο Βυζικιώτης  και ο κάθε επισκέπτης σήμερα με ιερό δέος προσέρχεται προσκυνητής παράκλητος  με βαθειά πίστη στη θεία χάρη της Ευαγγελίστριας, αναζητά την προσέγγιση στο θείο στον  θαυματουργό επιβλητικό ιερό ναό στο φοβερό το κάστρο στο επιβλητικό του τοπίου, στη μοναδική ευωχία που προσφέρει το ανεκτίμητο μοναδικό της χλωρίδας, στο ατέλειωτο κελαΐδισμα των αμέτρητων  κάθε λογίς πουλιών. Στη μαγεία των κουδουνιών από τα κοπάδια στα γύρω βουνά , με  την άφθαστη μοναδική ηχητική του ιδανικού αμφιθεάτρου, αίθουσας συναυλιών .

Επισκέπτη υποκλίσου ευλαβικά στο θαύμα της φύσης , στο ιερό του χώρου, στη θυσία των ελευθερωτών του γένους στη λαμπρή ιστορία του τόπου που αρχίζει από την αρχαιότητα και συνεχίζεται μέχρι το σήμερα.

 

         ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

            Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδάκη

            Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη

           ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ  εκδ.  J.  Smith London 1904

           ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΟΡΤΥΝΙΑΣ       ΤΆΚΗ ΚΑΝΔΗΛΩΡΟΥ

          ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ.

          ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ << Πυρσού >>

      <<   ΒΥΖΙΚΙΩΤΙΚΑ   >>  ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ι. ΦΛΟΥΔΑ

 

ΑΡΧΙΚΗ.ΙΣΤΟΡΙΑ.ΧΑΡΤΗΣ.ΕΙΔΗΣΕΙΣ.ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ.ΔΙΑΜΟΝΗ.ΚΑΙΡΟΣ.ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ.